20.11.09
18.11.09
Στείρα καρδιά
Δεν ξέρω αν δίστασα να βάλω
σε σειρά
τα όνειρα που είχαν μαζευτεί
έξω απ’ την πόρτα μου.
Μα ουρλιάζανε, κι είχα αφεθεί να τα κοιτάζω
Σε μια γωνιά , με μια κουβέρτα τυλιγμένη
να ζεσταθώ προσπαθούσα και να μείνω μόνη.
Μα όσο ξημέρωνε, τόσο χάνονταν οι φωνές τους.
Έτσι άρχισα ν’ αναρωτιέμαι αν ήταν ερινύες
που κάηκαν με την Ανατολή.
Γύρισα κι έκλεισα τις κουρτίνες.
Άδειασα τα παγωμένα δάκρυα και στόλισα
με μια κορδέλα βυσσινί το χέρι μου.
Έτσι ένιωσα πως τα καλώ ξανά.
Μα είχα αγκάθια στην ψυχή που μάτωναν
ό,τι μ’ άγγιζε.
«Δεν φταίω εγώ» , ψιθύρισα στους τοίχους.
Έμεινε στείρα η καρδιά , και δεν γεννά
πια στεναγμούς.
Πως να χαϊδέψεις όνειρα και να μην τρέξει αίμα...
σε σειρά
τα όνειρα που είχαν μαζευτεί
έξω απ’ την πόρτα μου.
Μα ουρλιάζανε, κι είχα αφεθεί να τα κοιτάζω
Σε μια γωνιά , με μια κουβέρτα τυλιγμένη
να ζεσταθώ προσπαθούσα και να μείνω μόνη.
Μα όσο ξημέρωνε, τόσο χάνονταν οι φωνές τους.
Έτσι άρχισα ν’ αναρωτιέμαι αν ήταν ερινύες
που κάηκαν με την Ανατολή.
Γύρισα κι έκλεισα τις κουρτίνες.
Άδειασα τα παγωμένα δάκρυα και στόλισα
με μια κορδέλα βυσσινί το χέρι μου.
Έτσι ένιωσα πως τα καλώ ξανά.
Μα είχα αγκάθια στην ψυχή που μάτωναν
ό,τι μ’ άγγιζε.
«Δεν φταίω εγώ» , ψιθύρισα στους τοίχους.
Έμεινε στείρα η καρδιά , και δεν γεννά
πια στεναγμούς.
Πως να χαϊδέψεις όνειρα και να μην τρέξει αίμα...
15.11.09
Ανύπαρκτα χείλη
ζωγραφίζουν τη νύχτα μου
Αποστηθίζω φτερουγίσματα πουλιών
στο τζάμι επάνω
Δίνομαι στον άνεμο να με ταξιδέψει
σε πόλεις Αρχαίων χρόνων,
στης Βαβυλώνας τα πετρώματα
να περπατήσω
Κοιμίζω τ’ όνειρο και το παγιδεύω
σε μαντήλι δαντελένιο
να’ χω τα βράδια να ονειρεύομαι
ελεύθερη αρώματα αισθήσεων.
ζωγραφίζουν τη νύχτα μου
Αποστηθίζω φτερουγίσματα πουλιών
στο τζάμι επάνω
Δίνομαι στον άνεμο να με ταξιδέψει
σε πόλεις Αρχαίων χρόνων,
στης Βαβυλώνας τα πετρώματα
να περπατήσω
Κοιμίζω τ’ όνειρο και το παγιδεύω
σε μαντήλι δαντελένιο
να’ χω τα βράδια να ονειρεύομαι
ελεύθερη αρώματα αισθήσεων.
11.11.09
Παραφύλαγες, πότε θα με δεις να περνώ στη γωνία
κι έβγαλες σπαθί, τυλιγμένο σε μπαμπάκι
για να μη αισθανθώ το χτύπημα.
Έτσι νόμισες...
Και όταν άρχισα να αιμορραγώ, μ' άφησες
γι άλλη μια φορά κι έφυγες.
Όμως πριν θάνατος νιώσω ξανά
θυμάμαι που υποσχέθηκες πως έχεις το θάρρος
μπροστά μου να φανείς.
Μ' αναρωτιέμαι...
Το 'χεις; Ή μήπως θάρρος θεωρείς
να ρχεσαι και να φεύγεις με το σπαθί στο χέρι.
Εκείνο το σπαθί που εγώ σου χάρισα
εικοσιπέντε Οκτώβρη...
κι έβγαλες σπαθί, τυλιγμένο σε μπαμπάκι
για να μη αισθανθώ το χτύπημα.
Έτσι νόμισες...
Και όταν άρχισα να αιμορραγώ, μ' άφησες
γι άλλη μια φορά κι έφυγες.
Όμως πριν θάνατος νιώσω ξανά
θυμάμαι που υποσχέθηκες πως έχεις το θάρρος
μπροστά μου να φανείς.
Μ' αναρωτιέμαι...
Το 'χεις; Ή μήπως θάρρος θεωρείς
να ρχεσαι και να φεύγεις με το σπαθί στο χέρι.
Εκείνο το σπαθί που εγώ σου χάρισα
εικοσιπέντε Οκτώβρη...
8.11.09
Ερωτικό
Στην αταξία των ματιών σουέρμαιο γίνομαι
καθώς μ’ αγγίζεις με εαρινές σιωπές
κι αινίγματα..
Κι εγώ στο «αχ» επάνω παραδίνομαι
κι ακροβατώ σε πόθων ατοπήματα.
Μικρούς σπασμούς βυζαίνεις
που χορεύουν στων μηρών μου
το μελτέμι,
και συ στο έλεος
των άλικων φιλιών μου,
αφήνεσαι στο οπώδες νέκταρ τους.
5.11.09
Τσιγάρο έγινες και στάχτη
σε χρώματα θανάτου.
Κι όσο προσπαθώ να σε πιάσω
τόσο μου ξεφεύγεις
μέσα απ τα δάχτυλά μου.
Μορφή διαβόλου παίρνεις άλλοτε
κι άλλοτ' αγγέλου
και εισχωρείς στις τρύπες
του μυαλού μου.
Νιώθω να σε μισώ τόσο
μα τόσο πολύ,
που δεν μπορώ άλλο
να κρύψω τούτο
το μεγάλο έρωτα!
2.11.09
Κύκνειο όνειρο...
Μαγεύτηκα από το βλέμμα του μεθυσμένου φεγγαριού
και υπνωτισμένη χώθηκα στο χθες, από το ροζ μου παραμύθι...
Σα ξάφνου βρέθηκα κει που το ασχημόπαπο αλλάζει τη μορφή του
άρχισα με μανία να σκίζω το τοπίο μέχρι που μάτωσαν
τα δάχτυλά μου...
Θαρρείς και ζήταγα δικαιολογία να ξεριζώσω την καρδιά του κύκνου
που ως τώρα μου χάριζε τους καλύτερους εφιάλτες μου...
Νεράιδα της βροχής
Μα πως να ξεριζώσω την καρδιά που μέσα στα λευκά φτερά
κοίμιζε τη δική μου...
Μια ξιφολόγχη κάρφωσα ανάμεσα στη μέρα και στη νύχτα
κι έριξα λάμψη μια ευχή, μήπως και γεννηθεί ξανά
ο έρωτάς μας.
Μα πόσο το μισώ... πόσο πολύ, αυτό το ολοστρόγγυλο φεγγάρι,
κάθε που ασημόσκονη σκορπάει μες στις νύχτες μου
και βλέπω στον καθρέφτη τη μορφή σου...
Να 'ξερες πόσο το μισώ! Κι αυτό κι εσένα!
Κι έτσι όπως στάζει από τα δάχτυλα το αίμα,
έτσι με το πινέλο των βλεφάρων μου
το όνομά σου ζωγραφίζω στο κορμί μου,
κι ύστερα πέφτω νεκρή, στου ονείρου μου την πλάνη...
Μαρία Νικολάου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










